Προσωπικός Βοηθός: Ένας Θεσμός με Κίνδυνο Κατάρρευσης
Το Πρόγραμμα «Προσωπικός Βοηθός για Άτομα με Αναπηρία» μπαίνει τώρα στη μόνιμη, καθολική εφαρμογή του, με συνολική χρηματοδότηση 53 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως — το μεγαλύτερο μέρος από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό (140 εκατ.€ συνολικά για την περίοδο 2026-2029), και μικρότερο, συγχρηματοδοτούμενο σκέλος 34,8 εκατ.€ από το ΕΣΠΑ. Στα χαρτιά, υπόσχεται έλεγχο, ασφάλεια και αξιοπρέπεια στον Ωφελούμενο. Η κατάρρευση όμως δεν απειλείται από κάποιον εξωτερικό παράγοντα — απειλείται από το ίδιο το θεμέλιο του θεσμού: ποιος μπαίνει στο σπίτι του Ωφελούμενου, με ποιους ελέγχους, και αν υπάρχουν καν αρκετοί κατάλληλοι άνθρωποι για να στελεχώσουν το Πρόγραμμα. Εκεί ξεκινά η ανάλυση.
Τα «φίλτρα» του Προσωπικού Βοηθού: τι πραγματικά ελέγχεται
Το Πρόγραμμα θέτει, στα χαρτιά, μια σειρά προϋποθέσεων για την είσοδο κάποιου στο Μητρώο — ενός προσώπου που θα μπαίνει καθημερινά στο σπίτι ενός ευάλωτου ανθρώπου, σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπου που ζει μόνος του, χωρίς άλλη εποπτεία. Αξίζει να δει κανείς τι ελέγχει πραγματικά καθεμία από τις προϋποθέσεις αυτές.
Το ποινικό μητρώο. Αποκλείονται όσοι έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ενδοοικογενειακή βία, εμπορία ανθρώπων, εμπορία ναρκωτικών, και συγκεκριμένα εγκλήματα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Δεν αποκλείονται κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, ψευδής κατάθεση, δωροδοκία, δωροληψία, απιστία, παράβαση καθήκοντος — κανένα οικονομικό έγκλημα εμπιστοσύνης δεν αποτελεί κώλυμα, παρότι ο βοηθός θα έχει πρόσβαση στο σπίτι, τα έγγραφα και ενδεχομένως τους λογαριασμούς ενός ανθρώπου που εξαρτάται από αυτόν. Επιπλέον, η διάταξη δεν διευκρινίζει καν ποιο αντίγραφο ποινικού μητρώου αντλείται — δικαστικής ή απλής/γενικής χρήσης. Το αντίγραφο γενικής χρήσης, το σύνηθες σε διοικητικές διαδικασίες, δεν αναγράφει ελαφρύτερες ή παλαιότερες ποινές μετά την πάροδο του χρόνου παραγραφής τους — οπότε ακόμα και για τα εγκλήματα που ρητά αποκλείονται, ο έλεγχος θα μπορούσε στην πράξη να βγαίνει «καθαρός».
Η ψυχιατρική βεβαίωση. Απαιτείται «βεβαίωση ψυχιάτρου περί καταλληλόλητας για τα συγκεκριμένα καθήκοντα». Δεν ορίζεται τεστ, πρωτόκολλο ή κλίμακα αξιολόγησης. Δεν απαιτείται καν να προέρχεται από δημόσιο νοσοκομείο ή δημόσιο φορέα — γίνεται δεκτή βεβαίωση από οποιονδήποτε πιστοποιημένο ψυχίατρο, δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, της επιλογής του ίδιου του υποψηφίου. Η κρίση αφήνεται εξ ολοκλήρου στην υποκειμενική εκτίμηση ενός γιατρού που ο ίδιος ο εξεταζόμενος επέλεξε — κανένας ανεξάρτητος έλεγχος, καμία τυποποιημένη διαδικασία.
Το πιστοποιητικό υγείας. Συνίσταται σε ιατρική εξέταση και υποχρεωτική ακτινογραφία θώρακος — εξέταση σχεδιασμένη κυρίως για χρόνια, δομικά ευρήματα, όχι για οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού. Καμία πρόβλεψη για τεστ Covid, γρίπης ή άλλου μεταδοτικού ιού, ούτε αρχικά, ούτε περιοδικά — παρότι ο ρόλος προϋποθέτει καθημερινή, στενή σωματική επαφή με άτομο συχνά ιδιαίτερα ευάλωτο υγειονομικά. Παραμένει μάλιστα ασαφές αν ο βοηθός εμπίπτει στην κατηγορία του «χειριστή τροφίμων» (παρότι κάνει σίτιση), οπότε δεν είναι καν σίγουρο αν αναλογούν οι πρόσθετες εξετάσεις κοπράνων που προβλέπονται για αυτή την κατηγορία.
Προϋπηρεσία και προσόντα. Δεν απαιτείται καμία προηγούμενη εμπειρία με άτομα με αναπηρία, ούτε κανένα πτυχίο. Η μοναδική εξαίρεση —ένα έτος αποδεδειγμένης εμπειρίας— ισχύει μόνο για την ειδική περίπτωση Ωφελούμενων που δεν μπορούν να καθοδηγήσουν οι ίδιοι τον βοηθό τους. Το μοναδικό ουσιαστικό «προσόν» που πράγματι απαιτείται από όλους είναι η επιτυχής ολοκλήρωση ενός δωρεάν, ασύγχρονου, ηλεκτρονικού σεμιναρίου του Ο.Π.Ε.Κ.Α., με τελική δοκιμασία γνώσεων μέσω υπολογιστή.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι τεχνικό — είναι ανθρώπινο δυναμικό
Τα τεχνικά προβλήματα της πλατφόρμας (δυσλειτουργίες, προσβασιμότητα, δήλωση ωρών) είναι υπαρκτά, αλλά διορθώσιμα — ζήτημα υλοποίησης, όχι δομής. Το πραγματικό, υπαρξιακό ρίσκο για το Πρόγραμμα βρίσκεται αλλού: στην έλλειψη επαρκών, κατάλληλων και εκπαιδευμένων Προσωπικών Βοηθών.
Η ίδια η έρευνα του Παρατηρητηρίου Θεμάτων Αναπηρίας της ΕΣΑμεΑ («Ο Προσωπικός Βοηθός στην πράξη», Ιούνιος 2026) το επιβεβαιώνει επίσημα: η μειωμένη προσφορά Προσωπικών Βοηθών αναδείχθηκε ως κρίσιμη πρόκληση για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του θεσμού, «ιδίως στα άτομα με βαριές αναπηρίες» — συνδεδεμένη ρητά με το δυσμενές εργασιακό πλαίσιο και τις χαμηλές αμοιβές. Η ίδια έρευνα κατέγραψε επίσης ανεπαρκή επιμόρφωση των βοηθών και ζήτησε πρακτική, βιωματική εκπαίδευση αντί αμιγώς ηλεκτρονικής.
Ως συντάκτης αυτού του κειμένου, διαχειρίζομαι επί τριετία ομάδα αφιερωμένη στο Πρόγραμμα Προσωπικού Βοηθού, όπου έχουν καταγραφεί δεκάδες αντίστοιχες μαρτυρίες Ωφελούμενων: Προσωπικοί Βοηθοί που επιλέγονται με μοναδικό κριτήριο τη γεωγραφική εγγύτητα («πού μένετε» ως πρώτη ερώτηση, πριν καν μάθουν τι χρειάζεται ο Ωφελούμενος), με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία εντελώς άσχετη με τη φροντίδα ή την αναπηρία, και χωρίς καμία ουσιαστική δεξιότητα πέρα από το υποχρεωτικό online σεμινάριο.
Ο ίδιος ο συνδυασμός αυτών των δύο —ανεπαρκής αριθμός διαθέσιμων βοηθών και ανεπαρκής προετοιμασία όσων υπάρχουν— δεν είναι δευτερεύον πρόβλημα εφαρμογής. Είναι δομικό ρίσκο: όσο καλά κι αν είναι γραμμένα τα ποσά και οι διαδικασίες στον νόμο, το Πρόγραμμα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ύπαρξη ανθρώπων πρόθυμων και ικανών να το στελεχώσουν. Χωρίς αυτό, ο νόμος παραμένει ένα σωστό κείμενο χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα των Ωφελούμενων.
Αξίζει εδώ μια παρατήρηση για τον τρόπο παρουσίασης αυτών ακριβώς των ευρημάτων. Το ίδιο δελτίο τύπου της ΕΣΑμεΑ που ανακοίνωσε την έρευνα ανοίγει με τη διατύπωση ότι ο αντίκτυπος του Προσωπικού Βοηθού «είναι καταλυτικός και συνδέεται με έντονα συναισθήματα ανακούφισης και χαράς» για τους Ωφελούμενους και τις οικογένειές τους. Η δυσκολία εύρεσης κατάλληλου βοηθού, η ασάφεια καθηκόντων και η ανάγκη εποπτικού πλαισίου —τα ίδια σοβαρά προβλήματα που μόλις περιγράψαμε— αναφέρονται στην ίδια έρευνα, αλλά χαμηλότερα, ως «προκλήσεις». Δεν υπάρχει στοιχείο που να υποδεικνύει κατασκευασμένα αποτελέσματα· η ένταση όμως ανάμεσα στη συναισθηματική γλώσσα που προβάλλεται πρώτη και στα λειτουργικά προβλήματα που ακολουθούν είναι πραγματική, και ο αναγνώστης καλά θα κάνει να διαβάσει το πλήρες κείμενο της μελέτης, όχι μόνο τη σύνοψη του δελτίου τύπου.
Ο ίδιος ο νόμος, μάλιστα, περιορίζει ακόμη περισσότερο τη διαθέσιμη «δεξαμενή» βοηθών: απαγορεύει ρητά την παροχή Προσωπικής Βοήθειας από σύζυγο, σύντροφο ή συγγενή α’ και β’ βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας (άρθρο 19§4), με εξαίρεση μόνο για μόνιμους κατοίκους ορεινών ή νησιωτικών δήμων κάτω των 5.000 κατοίκων. Η λογική της εξαίρεσης —σύγκρουση συμφερόντων, προστασία από κακοποιητικές σχέσεις— είναι κατανοητή. Στην πράξη όμως, σε συνδυασμό με την ήδη τεκμηριωμένη έλλειψη διαθέσιμων και κατάλληλων βοηθών, σημαίνει ότι ακριβώς το πρόσωπο που μπορεί να είναι πιο πρόθυμο, πιο άμεσα διαθέσιμο και με μεγαλύτερη προσωπική γνώση των αναγκών του Ωφελούμενου αποκλείεται εκ των προτέρων, χωρίς καμία πρόβλεψη για ενδιάμεση ή προσωρινή λύση — π.χ. έγκριση συγγενή ως προσωρινού βοηθού μέχρι να βρεθεί κατάλληλος τρίτος μέσω του Μητρώου. Ο νόμος αντιμετωπίζει την εξαίρεση ως όλο ή τίποτα, χωρίς ενδιάμεση βαθμίδα για τις περιπτώσεις όπου η ίδια η έλλειψη προσωπικού καθιστά το Πρόγραμμα ανεφάρμοστο.
Η ασυμμετρία δεν είναι εντύπωση — είναι δομή
Για τον Ωφελούμενο, το θεσμικό πλαίσιο βάζει αυστηρά, μετρήσιμα κριτήρια εισόδου: πιστοποιημένο ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67% ή απόλυτη εξάρτηση, εισοδηματικό όριο 35.000€ ετησίως, αξιολόγηση λειτουργικότητας μέσω τυποποιημένου εργαλείου (WHODAS 2.0) με συγκεκριμένα αριθμητικά κατώφλια ανά κατηγορία ανάγκης, μοριοδότηση με μαθηματικό τύπο. Υπάρχει μάλιστα κι ένας ακόμη, λιγότερο προφανής αλλά εξίσου σκληρός κόφτης: η πιστοποίηση αναπηρίας πρέπει να είναι με ισχύ εφ’ όρου ζωής (άρθρο 5§1α της ΚΥΑ). Οι περισσότερες γνωματεύσεις ΚΕΠΑ όμως εκδίδονται με ορισμένη διάρκεια, υποκείμενη σε επανεξέταση — μόνο συγκεκριμένες, μη αναστρέψιμες παθήσεις παίρνουν ισόβια πιστοποίηση. Κάποιος με πραγματική, σοβαρή ανάγκη αλλά με προσωρινή γνωμάτευση αποκλείεται αυτόματα από το Πρόγραμμα, ανεξάρτητα από

τη βαρύτητα της κατάστασής του, μέχρι να του αναγνωριστεί ισόβια αναπηρία.
Το πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα ακόμη πιο σοβαρό, και αποκαλύπτει μια απόκλιση ανάμεσα στον ίδιο τον νόμο και στην ΚΥΑ που τον εφαρμόζει. Ο ν. 5322/2026 (άρθρο 5§2α) προβλέπει ρητά ότι δεκτές είναι όχι μόνο οι πιστοποιήσεις ΚΕΠΑ εφ’ όρου ζωής, αλλά και αντίστοιχες πιστοποιήσεις των Ανώτατων Υγειονομικών Επιτροπών των Ενόπλων Δυνάμεων (ΑΣΥΕ, ΑΝΥΕ, ΑΑΥΕ — άρθρο 9§3). Η ΚΥΑ 18867/2026 όμως, στο άρθρο 5§1α, αναφέρει αποκλειστικά «ΚΕΠΑ με ισχύ εφ’ όρου ζωής» — παραλείποντας τελείως αυτές τις κατηγορίες, καθώς και τις παλιές, ισόβιες αποφάσεις των Νομαρχιακών Υγειονομικών Επιτροπών (καταργημένων το 2010), οι οποίες -αποφασεις των ΚΕΠΑ- στο πιλοτικό πρόγραμμα (ΚΥΑ 47373/2023) γίνονταν ρητά δεκτές, χωρίς τον νέο κόφτη αποκλεισμού. Η ΚΥΑ, δηλαδή, φαίνεται να είναι πιο περιοριστική από τον ίδιο τον νόμο που καλείται να εφαρμόσει — με αποτέλεσμα πολίτες που ήταν επιλέξιμοι στο πιλοτικό πρόγραμμα να κινδυνεύουν να αποκλειστούν από το μόνιμο.
Το ζήτημα δεν πέρασε απαρατήρητο: στις 25/8/2026, ο Σύλλογος ΑμεΑ «Εθελοντούμε» απέστειλε επίσημη επιστολή προς τα συναρμόδια Υπουργεία, τον ΟΠΕΚΑ, την Εθνική Αρχή Προσβασιμότητας και τον Συνήγορο του Πολίτη, ζητώντας άμεση διευκρίνιση και τροποποίηση της ΚΥΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι την επισήμανση αυτή την έκανε άλλος σύλλογος, όχι η ΕΣΑμεΑ — ο θεσμικά αναγνωρισμένος συνομιλητής του κράτους στη διαμόρφωση του Προγράμματος. Αυτό δείχνει τα πρακτικά όρια του να θεωρείται ένας φορέας «η φωνή» όλων των ατόμων με αναπηρία: ένα πραγματικό, τεκμηριωμένο κενό εντοπίστηκε από διαφορετική οργάνωση, τρεις εβδομάδες μετά τη δημοσίευση της ΚΥΑ.
Για τον βοηθό που θα μπει στο σπίτι του, το ίδιο πλαίσιο αρκείται σε ασαφή, ανεπαρκώς ορισμένα κριτήρια — καμία τυποποιημένη αξιολόγηση, κανένα μετρήσιμο πρότυπο. Ο νόμος, δηλαδή, φρόντισε με σχολαστικότητα να ελέγξει ποιος δικαιούται τη βοήθεια, και πολύ λιγότερο ποιος την παρέχει.
Ένα αναμενόμενο αντεπιχείρημα είναι ότι οι χαμηλές αμοιβές δικαιολογούν διεκδίκηση πλήρων εργασιακών δικαιωμάτων (δώρα εορτών, επίδομα αδείας, αποζημίωση απόλυσης) αντί του καθεστώτος εργοσήμου. Το ίδιο όμως το κείμενο του νόμου το αποκλείει ρητά: το άρθρο 24§3 της ΚΥΑ ορίζει ότι ο Ο.Π.Ε.Κ.Α. καταβάλλει αποκλειστικά τις προβλεπόμενες αποζημιώσεις, και πέραν αυτών «ουδεμία άλλη αμοιβή ή αποζημίωση ή οποιαδήποτε άλλη παροχή δεν καταβάλλεται». Η διεκδίκηση πλήρων εργασιακών δικαιωμάτων δεν είναι απλώς δύσκολη μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο — είναι ρητά εκτός αυτού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι καμία από αυτές τις τροποποιήσεις δεν θα αποτελούσε πραγματική επιβάρυνση για έναν έντιμο βοηθό, ούτε λόγο να νιώσει θιγμένος: ένα καθαρό αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης, μια τυποποιημένη ψυχιατρική αξιολόγηση, ή ένα τεστ για μεταδοτικά νοσήματα δεν αλλάζουν τίποτα για όποιον δεν έχει κάτι να κρύψει — απλώς κλείνουν ένα κενό που σήμερα, θεωρητικά, θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κάποιος ελάχιστος αριθμός ανθρώπων εις βάρος της πλειονότητας που εργάζεται σωστά.
Τι θα άξιζε να αλλάξει
Τα παραπάνω δεν αμφισβητούν την αναγκαιότητα του Προγράμματος, ούτε υποτιμούν τους βοηθούς που ασκούν το έργο τους με ευσυνειδησία. Αναδεικνύουν όμως ένα θεσμικό κενό που αξίζει να διορθωθεί: η ύπαρξη μιας διαδικασίας ελέγχου δεν σημαίνει αυτόματα ουσιαστικό έλεγχο. Θα ήταν εύλογο το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και οι σχεδιαστές της ΚΥΑ να επανεξετάσουν σημεία όπως: τον τύπο αντιγράφου ποινικού μητρώου που πράγματι αντλείται, την τυποποίηση της ψυχιατρικής αξιολόγησης, την πρόβλεψη ελέγχου για μεταδοτικά νοσήματα, τη σαφή κατάταξη του βοηθού ως προς τις υποχρεώσεις χειρισμού τροφίμων, και την αποκατάσταση της συμφωνίας ΚΥΑ-νόμου ως προς τις αποδεκτές πιστοποιήσεις αναπηρίας. Πρόκειται για στοχευμένες, τεχνικές τροποποιήσεις — όχι ανατροπή του Προγράμματος — που θα ενίσχυαν ακριβώς αυτό που το Πρόγραμμα υποτίθεται ότι διασφαλίζει: την ασφάλεια και την πρόσβαση του Ωφελούμενου.
Κανένας νόμος δεν είναι αλάθητος, ούτε τελειωμένος τη στιγμή που δημοσιεύεται στο ΦΕΚ. Γι’ αυτό υπάρχουν οι τροπολογίες: για να διορθώνονται ακριβώς τέτοιες ρυθμίσεις — σαθρές σε κάποια σημεία, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, χτισμένες σε υποθέσεις που δεν αντέχουν σε εξέταση. Ο ν. 5322/2026 και η ΚΥΑ 18867/2026 δεν είναι πέτρα, δεν είναι ο νόμος του Μωυσή — είναι επιλογές, και οι επιλογές αναθεωρούνται όταν αποδεικνύεται ότι αδικούν αντί να προστατεύουν. Όσοι νιώθετε ότι σας αφορά αυτό —Ωφελούμενοι, Εκπρόσωποι, Προσωπικοί Βοηθοί— μιλήστε το, γράψτε το, καταθέστε το: μια τροπολογία δεν έρχεται μόνη της, έρχεται όταν αρκετοί φωνάζουν ότι κάτι δεν στέκει.