Η τραγωδία της 19χρονης Μυρτούς δεν είναι απλώς μια «κακιά στιγμή» ή το μοιραίο τέλος ενός παραστρατημένου παιδιού. Αποτελεί το ανεξίτηλο στίγμα και το ξεραμένο αίμα στο πρόσωπο μιας Πολιτείας που κλείνει τα μάτια και ακόμα χειρότερα για τα σώματα Ασφαλείας που σε αρκετές περιπτώσεις έχουν μετατραπεί από διώκτη σε συνεργό του εγκλήματος.
Πίσω από τις επίσημες ανακοινώσεις και τις κατά καιρούς επικοινωνιακές επιχειρήσεις, η πραγματικότητα στους δρόμους του Ζεφυρίου, του Μενιδίου, του Ασπροπύργου και των Άνω Λιοσίων παραμένει σκληρή και αμείλικτη. Εκεί, η διακίνηση των ναρκωτικών δεν διεξάγεται σε σκοτεινά υπόγεια, αλλά συχνά σε κοινή θέα, προκαλώντας το αίσθημα δικαίου κάθε πολίτη. Το ερώτημα που καίει τα σωθικά κάθε γονιού στην περιοχή μας είναι ένα και παραμένει αναπάντητο: Πώς είναι δυνατόν να λειτουργούν επί δεκαετίες ολόκληρα “σούπερ μάρκετ” ναρκωτικών, χωρίς να πέφτει τίποτα στην αντίληψη των Αρχών; Αυτή η παραδοξότητα γεννά μοιραία τις πιο πικρές σκέψεις. Μήπως, τελικά, η διαφθορά έχει καταφέρει να διεισδύσει βαθύτερα από όσο θέλουμε να παραδεχτούμε; Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ένστολων, που παλεύουν καθημερινά κάτω από αντίξοες συνθήκες ταυτίζεται με τέτοιες πρακτικές. Μιλώ ως γονιός που είδε το δικό του παιδί να καταστρέφεται από αυτό το κύκλωμα. Η φτώχεια της Δυτικής Αττικής δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι η πιθανή ανοχή ή η αδράνεια της εξουσίας μπροστά στο έγκλημα. Η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις και, κυρίως, κάθαρση. Γ.Ρ

