Άνθρωπε,
είμαι ένα ζώο που τρέχει μέσα στον καπνό και δεν ξέρει πού να πάει.
Δεν έχω δρόμους να ακολουθήσω.
Δεν έχω πόρτες να χτυπήσω.
Δεν έχω χέρια να με πάρουν αγκαλιά.
Έχω μόνο τον τρόμο μου και μια καρδιά που χτυπάει δυνατά, γιατί θέλω να ζήσω.
Η φωτιά έρχεται πίσω μου σαν τέρας.
Καίει το σπίτι μου, το δάσος μου, τον κόσμο μου.
Εκεί που κάποτε υπήρχε ζωή, τώρα υπάρχει μόνο μαύρη γη και η μυρωδιά του θανάτου.
Έχασα φίλους μου.
Πλάσματα που περπατούσαν μαζί μου, που μοιράζονταν το ίδιο νερό, την ίδια σκιά, την ίδια γη.
Δεν πρόλαβαν να σωθούν.
Δεν φώναξε κανείς το όνομά τους.
Δεν έγραψε κανείς για τον φόβο τους τη στιγμή που η φωτιά τους κύκλωσε.
Για εσένα ίσως ήταν «απώλειες στο δάσος».
Για εμάς ήταν οικογένεια.
Έχασα το σπίτι μου.
Και ξέρεις τι σημαίνει να χάνεις το σπίτι σου όταν είσαι ζώο;
Σημαίνει πως χάνεις τα πάντα.
Τη φωλιά σου.
Τη μυρωδιά της γης που σε μεγάλωσε.
Το μέρος που έκρυψες τα μικρά σου.
Το μοναδικό σημείο στον κόσμο όπου ένιωθες ασφαλής.
Και τώρα τρέχω ανάμεσα στις φλόγες και σε κοιτάζω.
Εσένα, τον άνθρωπο.
Εσύ που έχεις μηχανές, σχέδια, νόμους, δύναμη.
Εσύ που μπορείς να χτίσεις, να αλλάξεις, να προστατέψεις.
Κι όμως, κάθε χρόνο εγώ φοβάμαι ξανά.
Κάθε καλοκαίρι περιμένω τον ίδιο εφιάλτη.
Περιμένω τον ουρανό να γίνει μαύρος.
Περιμένω τη φωτιά να μου πάρει ό,τι έχω.
Περιμένω να γίνω άλλη μια εικόνα που θα δεις για λίγα δευτερόλεπτα και μετά θα ξεχάσεις.
Μα εγώ δεν είμαι μια εικόνα.
Είμαι μια ζωή.
Έχω φόβο.
Έχω πόνο.
Έχω μνήμη.
Έχω δικαίωμα να υπάρχω.
Και φοβάμαι ακόμα κάτι περισσότερο από τη φωτιά, άνθρωπε…
Φοβάμαι το αύριο.
Φοβάμαι πως τα μικρά μου δεν θα γνωρίσουν ποτέ τον κόσμο που γνώρισα εγώ.
Δεν θα τρέξουν κάτω από δέντρα που κάποτε άγγιζαν τον ουρανό.
Δεν θα πιουν νερό από καθαρά ρυάκια.
Δεν θα ακούσουν τις φωνές χιλιάδων πλασμάτων που τραγουδούσαν μαζί το πρωινό ξύπνημα του δάσους.
Φοβάμαι πως θα γεννηθούν σε έναν κόσμο πιο άδειο, πιο σιωπηλό, έναν κόσμο όπου οι ιστορίες μας θα υπάρχουν μόνο στις παλιές σου φωτογραφίες.
Γιατί κάθε δέντρο που πέφτει, κάθε φωλιά που καίγεται, κάθε ζωή που χάνεται, δεν παίρνει μαζί της μόνο το παρόν.
Παίρνει ένα κομμάτι από το μέλλον.
Παίρνει κάτι που δεν θα ξαναγεννηθεί εύκολα.
Και ίσως μια μέρα τα παιδιά σου να σε ρωτήσουν: «Μπαμπά, μαμά… υπήρχαν κάποτε δάση γεμάτα ζωή; Υπήρχαν κάποτε ζώα που ζούσαν ελεύθερα;»
Και τότε δεν θα μπορέσεις να τους δείξεις αυτό που έχασες.
Θα μπορείς μόνο να τους πεις πως κάποτε υπήρχε ένας κόσμος όμορφος… και πως κάποιοι δεν πρόλαβαν να τον σώσουν.
Όταν καίγεται το δάσος, δεν χάνονται απλώς δέντρα.
Χάνονται φωνές που δεν μπορούν να μιλήσουν.
Χάνονται μάτια που κοιτούν τρομαγμένα.
Χάνονται πλάσματα που δεν έφταιξαν σε τίποτα.
Άνθρωπε…
Την ώρα που θα κοιτάς τις φλόγες από μακριά, να θυμάσαι πως μέσα σε αυτές κάποιος παλεύει να αναπνεύσει.
Κάποιος σαν εμένα.
Και αν αύριο ψάξεις τη σκιά μου στο δάσος και δεν τη βρεις, μην πεις πως «κάηκε ένα ζώο».
Πες την αλήθεια.
Κάηκε ένα σπίτι.
Κάηκε μια ζωή.
Κάηκε ένας κόσμος που σου εμπιστεύτηκε την προστασία του.
Και τον απογοήτευσες .
