Η πρόσφατη ανακοίνωση του Περιφερειάρχη Αττικής, Νίκου Χαρδαλιά, για τη χρηματοδότηση 23 δομών με 6,5 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τη στήριξη 617 ατόμων με αναπηρία (ΑμεΑ), είναι αναμφίβολα μια είδηση με θετικό πρόσημο. Σε μια εποχή που η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, η Περιφέρεια δείχνει να πράττει το αυτονόητο χρέος της: να κατευθύνει πόρους εκεί που υπάρχει πραγματική ανάγκη.
Ωστόσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς και τις φωτογραφίες των επισκέψεων, εγείρεται ένα θεμελιώδες ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια το αναπηρικό κίνημα και τους σκεπτόμενους πολίτες: Γιατί η πολιτεία επιμένει να επιδοτεί τους «τοίχους» και όχι τα ίδια τα πρόσωπα;
Είναι γεγονός ότι οι δομές (ΚΔΗΦ) επιτελούν έργο. Όμως, η επιλογή να δίνονται τα χρήματα απευθείας στους φορείς διαχείρισης δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη. Ποιοι είναι οι διαχειριστές αυτών των εκατομμυρίων; Πόσο από αυτό το ποσό καταλήγει πράγματι σε εξειδικευμένες θεραπείες και ποιότητα ζωής για τον ωφελούμενο και πόσο απορροφάται από λειτουργικά έξοδα, διοικητικές δαπάνες ή άλλες «μαύρες τρύπες» που ο πολίτης αδυνατεί να ελέγξει;
Η διεθνής πρακτική δείχνει πλέον το δρόμο της εξατομικευμένης χρηματοδότησης. Αντί το κράτος να επιλέγει τη δομή, θα έπρεπε το ίδιο το άτομο με αναπηρία ή η οικογένειά του να κρατά την «επιταγή» (voucher). Με αυτόν τον τρόπο, ο ωφελούμενος μετατρέπεται από παθητικό δέκτη μιας υπηρεσίας σε ενεργό πολίτη που επιλέγει εκείνος ποιος θα τον φροντίσει, επιβάλλοντας στην πράξη τον έλεγχο και την αξιοκρατία. Όταν τα χρήματα καταλήγουν απευθείας στον άνθρωπο, η διαφάνεια είναι απόλυτη. Όταν καταλήγουν σε μεσάζοντες –ακόμα και αν αυτοί έχουν το μανδύα του κοινωφελούς ιδρύματος– ο κίνδυνος της γραφειοκρατικής συντήρησης ενός συστήματος εις βάρος της ουσίας είναι πάντα παρών.
Καλή η χρηματοδότηση, λοιπόν, και απαραίτητο το χρέος της Περιφέρειας. Όμως, η πραγματική πρόοδος θα έρθει όταν το κράτος εμπιστευτεί τους ίδιους τους αναπήρους να διαχειριστούν τη ζωή τους, αντί να τους εγκλωβίζει σε προαποφασισμένα κονδύλια προς τρίτους. Μέχρι τότε, θα αναρωτιόμαστε αν τα 6,5 εκατομμύρια αγοράζουν αξιοπρέπεια ή απλώς συντηρούν δομές.

